Διαβάστε το προηγούμενο: ΟΙ ΚΛΟΤΣΙΕΣ

Ο ΧΙΟΝΟΠΟΛΕΜΟΣ
Όταν χιονίζει όλοι λίγο πολύ συνηθίζουν να φτιάχνουν χιονόμπαλες και να τις πετούν ο ένας στον άλλον, μάλλον ως  …”φιλοφρόνηση”   κι όχι ως  …επίθεση.
Στη Μελίβοια όταν χιόνιζε γινόταν πόλεμος! Αληθινός πόλεμος!
Μια χρονιά, δεν πρέπει να πήγαινα σχολείο ακόμα, χιόνιζε για αρκετές μέρες. Κόντεβε βδομάδα! Είχε ξεπεράσει το μισό μέτρο, σίγουρα!  Πρέπει να ήταν εξήντα ή εβδομήντα εκαταστά του μέτρου.
Άνθρωποι και ζώα κλειστήκαμε μέσα για μέρες.
Κάποτε σταμάτησε να χιονίζει αλλά η παγωνιά ήταν αβάσταχτη. Περιμέναμε να μαλακώσει ο καιρός να βγάλει ήλιο, για να αρχίσει να το λιώνει.
Οταν το χιόνι είναι “φρέσκο” ή παγωμένο σαν άχνη δεν κάνει για χιονοπόλεμο. Δε φτειάχνει καλές μπάλες! Γίνονται ανάλαφρες και δεν εκσφενδονίζονται μακριά, διαλύονται στον αέρα. Τις καλές μπάλες τις φτειάχνει το χιόνι που έχει μαλακώσει και ξεκίνησε η διαδικασία της τήξης. Τοτε …”ζυμώνεται”! Πλάθεται σαν να είναι λάσπη! Σκέτος πηλός! …και φτειάχνει κάτι μπάλες σφιχτές και σκληρές σαν κοτρώνες!
Σ’ αυτή τη φάση το χιόνι ειναι κατάλληλο για χιονοπόλεμο.
Τις επόμενες μέρες ο καιρός μαλάκωσε αρκετά. Φύσηξε νοτιάς , και παρόλομπου είχε συννεφιά, το χιόνι άρχισε να σιγολιώνει. Ύστερα έβγαλε κι ήλιο.
Κάποιο μεσημέρι, λίγο μετά τις δώδεκα,  τα παιδιά του σχολείου είχαν σχολάσει και πήγαιναν στα σπίτια τους. Ναι, μην παραξενεύεστε! …σχόλασαν, διότι  θα πήγαιναν ξανά το απόγευμα μετά τις τέσσερις. Έτσι γίνονταν τότε.  Οι μαθητές είχαν μάθημα πρωί κι απόγευμα, εκτός από την Τετάρτη και το Σάββατο.
Από το σπίτι μου είδα απέναντι στα μαγαζιά και στου Παρπαγατζή μερικές ομάδες να ανταλλάζουν χιονόμπαλες.  Δε βαριέσαι! …ψιλοπράματα!  Αυτό δεν ήταν χιονοπόλεμος ! Ήταν χαριεντισμοί!
Και ξάφνου μες στην μεσημεριανή ησυχία ακούστηκε η ιαχή του πολέμου:
– ΑΕΡΑΑΑΑΑ!!!  Αέρα στα Ακατνάρια!
Έστριψα και κοίταξα αριστερά μου, ψηλά στα Μπαϊρια.  Τρεις τέσσερις –κι όσο πήγαινε πλήθαιναν-  σκούρες φιγούρες έτρεχαν μες στα χιόνια, σήκωναν τα χέρια φωνάζοντας κι έκαναν τούμπες στο χιόνι.
– ΑΕΡΑΑΑΑΑ!  …αυτή τη φορά ακούστηκε από τη μεριά της Αλευριάς, κάπου εκεί στου Μούμου και του Κοζάκη τα πλάγια.
Σε λίγο οι ιαχές πλήθαιναν! Στου Ζιάκα το μπαϊρι και πιο πάνω στου Κουβαρά είδα παιδιά να ανηφορίζουν. Τραβούσαν κατά τα Βλαχαίικα. Την ίδια στιγμή άλλοι ακούστηκαν να φωνάζουν  ΑΕΡΑ   πιο πάνω από το σπίτι μου κοντά στου Μιχάλη του Φόρου,  κι ανέβαιναν προς τον Αγιοθωμά, άλλοι από την πλαγιά του Τιλιλή κι άλλοι από το σοκάκι του Φυτιλή και του Ευσταθίου.
Δεν ξέρω αν είχαν συνενοηθεί  από πριν στο σχολείο ή   ήταν αρκετό το κάλεσμα  της  κραυγής που ακούστηκε από τα Μπαϊρια της Γκορτσιάς. Εκείνο που ξέρω είναι πως δεκάδες παιδιά ανηφόρισαν από όλα τα σοκάκια  και συγκεντρώθηκαν στον Αγιοθωμά σε χρόνο μικρότερο από το ένα τέταρτο της ώρας.
Το ίδιο έγινε κι από την άλλη μεριά. Τα κάτασπρα από χιόνι πλάγια, μαύρισαν τώρα  από παιδιά!
Από του Ριζούλα το σπίτι  ανηφόριζαν προς του Σφήνιου κι ύστερα  στου Καλαθά και στα Μπαϊρια.
Γέμισαν τα Μπαϊρια! Τσούρμο ολόκληρο τα Απανάρια, εκατό ή εκατόν είκοσι παιδιά. Άλλα τόσα  από την άλλη μεριά  τα Ακατνάρια.
Βλέποντας  όλα αυτά τα παιδιά να ανηφορίζουν φωνάζοντας  ΑΕΡΑ, ενθουσιάστηκα!  Ξύπνησε μέσα μου ο ήρωας.  Κοίταξα ολόγυρα κι αφού διαπίστωασα πως κανένας από τους δικούς μου δε με έβλεπε, ούτε η γιαγιά ούτε τ’ αδέρφια μου,  τόσκασα κι άρχισα να ανηφορίζω προς τον Αγιοθωμά. Τέτοιο πανηγύρι δεν ήθελα να το χάσω.
Οι δυνάμεις παρατάχτηκαν δεξιά κι αριστερά από το ρέμα που βρίσκεται πλάι στον Αγιοθωμά.  Άρχισαν να ετοιμάζουν τα πολεμοφόδια. Έφτειαχναν μπάλες (σβώλια τα λέγαμε εμείς τότε) και τις στοίβαζαν  μπροστά τους, ο καθένας στη θέση του, αυτή που διάλεξε για να πολεμήσει.
Στην αρχή πετούσαν τις μπάλες από μακριά.  Σημάδευαν κάποιον και προσπαθούσαν να τον πετύχουν.  Μερικοί έπαιρναν δυο τρεις μπάλες στις τσέπες και προχωρούσαν πιο κοντά στον αντίπαλο. Το ίδιο έκαναν κι από την άλλη μεριά. Αυτές οι  κινήσεις ήταν  κάτι σαν δόλομα, παραπλανητικές.  Προσπαθούσαν κι οι δυο  να παρασύρουν τον αντίπαλο μέχρι να τον απαμακρύνουν από τους συντρόφους  του, να τον ξεμοναχιάσουν, και να πέσουν όλοι επάνω του.
Όταν το κατόρθωναν επακολουθούσε το “λούσιμο”. Λούσιμο λέγαμε το πασάλειμα με χιόνι. Έριχναν κάτω το αντίπαλο και του έτριβαν χιόνι στη μούρη. Του γέμιζαν το σβέρκο και τον κόρφο. Μέχρι και στα παντελόνια του βάζανε χιόνι.
Είχα κουρνιάσει στην πόρτα του Αγιοθωμά και παρατηρούσα. Κάπου κάπου τολμούσα να ανέβω μέχρι το λοφίσκο που είναι πλάι στην εκκλησία κι από κει να παρατηρώ τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Ο ήλιος του μεσημεριού  -ας ήταν χειμωνιάτικος- έλαμπε  κι έτρωγε λαίμαργα με τις ακτίνες του το χιόνι . Όσο περνούσε η ώρα το νερό στο ρέμα αβγάτιζε. Γινόταν ορμητικός χείμαρος και εμπόδιζε την άνετη πρόσβαση  και το πέρασμα στην αντίπερα όχθη. Μόνο πατώντας πάνω σε πέτρες, που ήταν διάσπαρτες στην κοίτη του ρέματος, μπορούσες να περάσεις απέναντι. Χρειαζόταν μεγάλο άλμα κι ισορροπία.
Ο ήλιος έλαμπε και τύφλωνε τα μάτια. Το κρύο , όμως, ήταν τσουχτερό! Όταν λιώνει το χιόνι το κρύο σε διαπερνά και φτάνει ως το κόκκαλο. Είχα αρχίσει από ώρα να τουρτουρίζω κι ένιωθα τα πόδια μου να παγώνουν, …αλλά δεν ήθελα να φύγω. Όχι! Τέτοια εμπειρία δεν ήθελα να τη χάσω!
Οι ομάδες , τα Ακατνάρια και τα Απανάρια, ήταν ακόμα παραταγμένες η μια απέναντι στην άλλη με διαχωριστική γραμμή το ρέμα. Αυτή η αντικρυστή παράταξη δεν θα βαστούσε για πολύ. Οι αρχηγοί των ομάδων ετοιμάζονταν να κάνουν γιουρούσι. Για να κάμεις γιουρούσι χρειαζόταν τόλμη, γρήγορο τρέξιμο και δύναμη. Έπρεπε σε κάποια στιγμή που οι αντίπαλοι δεν το περίμεναν να ορμήσεις αιφνιδιαστικά αψηφώντας τις βολές των αντιπάλων, να σπάσεις τη γραμμή του μετώπου παρασύροντας και ρίχνοντας κάτω όσους συναντούσες, να  περάσεις στο εχθρικό έδαφος  έτσι ώστε να βρεθείς στα νώτα του αντιπάλου. Και, φυσικά, χωρίς να σε πιάσουν! Αυτό δεν μπορούσε να το κάμει ο καθένας. Μόνο ο Μήτσιος της Λίαινας ,  ο Σταύρος ο Ποτός, ο Σταύρος του Θύμιου (Ευθυμίου) ή ο Αλέξης ο Μασούρας είχαν το θάρρος να το αποτολμήσουν.
Όλοι αυτοί είναι πολύ μεγαλύτεροι από μένα. Εγώ, όπως είπα, δεν πήγαινα ακόμα σχολείο και δεν τους ήξερα από κοντά. Είχα ακουστά, όμως, για όλους. Ήταν κατά κάποιο τρόπο οι ήρωες  των παιδικών μας χρόνων. Όταν πήγα στην πρώτη τάξη , μερικούς από αυτούς τους πρόλαβα να είναι στην πέμπτη ή να τελειώνουν. Ναι, θυμάμαι ακόμα το Σταύρη τον Ποτό  την ημέρα που πηγαίναμε για τα ενδεικτικά, τελειώνοντας εγώ την πρώτη τάξη κι εκείνος το δημοτικό, να με πειράζει (στη Μεγάλη Βρύση καθώς πηγαίναμε για το σχολείο) και να μου λέει πως …ξέρει , τάχα το έμαθε από τη δασκάλα, πως θα ρίξω “κανόνι”. ‘Ετσι λέγαμε για όποιον έμενε στην ίδια τάξη : έριξε κανόνι! Θυμάμαι ακόμα τον -φίλο μου και κουμπάρο- Σταύρο Μούμο να φωνάζει στα διαλείμματα το μπάρμπα-Σταύρη να τον προστατέψει. Τον είχε θείο ο Μούμος!
Ο Μήτσιος της Λίαινας έμεινε πιο πάνω από το σπίτι μας. Δυνατό παιδί και σκληραγωγημένο. Τα έβγαζε πέρα σε όλα όσα καταπιάνονταν παρόλο που το ένα χέρι του …είχε ελάττωμα. Το είχε σπάσει.  Ανέβηκε στην τζιρνικιά μας να κλέψει τζινιρίκια, αλλά καθώς, ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα του μαγειριού μας και βγήκε η γιαγιά μου, τρόμαξε, πανικοβλήθηκε, πήδησε απρόσεκτα  από τη τζιρνικιά ….κι έσπασε το χέρι.  Εκείνα τα χρόνια δεν πήγαιναν σε ορθοπεδικούς όταν έσπαζαν χέρια και πόδια. Πήγαιναν στη θεια την Κατερίνη Μπεϊνού τη μαμή.  Φαίνεται πως η θεια δεν του το έβαλε καλά, και του έμεινε στραβό. 
Τα Απανάρια είχαν για αργηγό και παλληκαρά το Λάκη τον Γκαντέμη. Τότε δεν τον ήξερα. Το όνομα μόνο άκουγα. Τον είδα από κοντά χρόνια αργότερα.
Ήταν επίσης κι  ένας Γουργιώτης, του Λιόλιου , νομίζω. Κι αυτός παράτολμος και δυνατός.
Το γουρούσι έγινε από τη μεριά μας. Τα  Ακατνάρια  με επικεφαλής κάποιον από αυτούς που ανέφερα, όρμησαν αιφνιδιαστικά κάποια στιγμή, πέρασαν -καμιά δεκαπενταριά-  ανάμεσά τους, τους παρέσυραν, τους σβάρνισαν , τους διέλυσαν και βρέθηκαν στα νώτα τους. Τα Απανάρια βρέθηκαν στη μέση από δυο ομάδες να δέχονται από παντού μπαλιές. Βλέποντάς τους να τα έχουν χαμένα, ξεσπάθωσαν ακόμα κι οι αδύναμοι και δειλοί. Έτρεχαν με ορμή κι ενθουσιασμό φωνάζοντας ΑΕΡΑ!!!
-Αέρα στ’ Απανάρια! Λούστε τους!
Αφού μέχρι κι εγώ ξεκούρνιασα από την πόρτα του  Αγιοθωμά , όπου πάλι είχα καταφύγει , κι άρχισα να τρέχω προς το ρέμα.
Είδα κι έπαθα να περάσω απέναντι. Τα παπούτσια μου γέμισαν νερό. Έφαγα και μια τούμπα, χτύπησα στα γόνατα αλλά δεν το έβαλα κάτω.
Μουσκεμένος και χτυπημένος –μισοκούτσαινα- έτρεχα μαζί με τους άλλους στην πλαγιά που είναι απέναντι από τον Αγιοθωμά, εκεί που τώρα έχει σπίτι ο Θόδωρος του Σουσού –τότε δεν υπήρχε γιατί πολύ αργότερα κτίστηκε-  και κατευθυνόμουν προς τα Μπαϊρια. Ήδη οι πρώτοι είχαν φτάσει στα Μπαϊρια και πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια της Γκορτσιάς. 
Ξαφνικά, όμως έγινε το ανεπάντεχο: Τα Απανάρια έκαμαν αντεπίθεση!
Τα Ακατνάρια άρχισαν να υποχωρούν. Περνούσαν δίπλα μου τρέχοντας και με αφήναν μόνο ανυπεράσπιστο στο εχθρό. Είχα φτάσει μέχρι την πηγή, μια βρύση στην άκρη της ράχης, εκεί που αρχίζουν τα πλάϊα, από όπου έπαιρνε νερό τότε ο μαχαλάς της Γκορτσιάς. Δεν ήταν εύκολο να γυρίσω πίσω! Τα ‘χασα!   Στο μέρος αυτό το χιόνι δεν είχε λιώσει καθόλου. Είχε μάλιστα κάτι ανεμοσούρια  με μεγάλο βάθος. Βούλιαξα!!
Και τότε είδα μια ομάδα να έρχεται καταπάνω μου.
-Λούστε τον! Ακατνάρι είναι! Λούστε τον, φώναζε κάποιος!
-Πάνου τ’ , πάνου τ’,  ούρλιαξε κάποιος άλλος κι ώρμησαν.
Θα με είχαν λούσει, αλλά ευτυχώς βρέθηκαν οι Γκουνταραίοι: ο Νικόλας κι ο Οδυσσέας. Ήμασταν συγγενείς από το σόι του πατέρα μου και με γνώριζαν.  Αυτοί με έσωσαν.
Τρέμοντας από το φόβο μου, με δάκρυα στα μάτια και την αντηλιά να με θαμπώνει, κατηφόρησα στην πλαγιά,  αλλού πατώντας κι αλλού πέφτοντας κι έφτασα , κατρακυλώντας σχεδόν, στο ίσιωμα του Ντουκούζα –κάπου εκεί που αργότερα έκτισε ο Τσιαούσης- κι ύστερα κατευθεία  κάτω στο ρέμα του Κουβαρά. 
Όταν έφτασα  στο σπίτι μου, τα πόδια μου ήταν ξεπαγιασμένα. Τελείως ξερά κι αναίσθητα. Πήγα να τα ζεστάνω στη φωτιά!  Ευτυχώς όμως βρέθηκε η γιαγιά μου  και μου τα ξεπάγωσε με χλιαρό νερό που έβαλε σε μια λεκάνη. Έτσι γλίτωσα τα κρυοπαγήματα αλλά το κρυολόγημα και τη γρίπη δεν τη γλίτωσα. Δυο βδομάδες έκαμα να συνέλθω με βήχα και σαράντα πυρετό.

ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: ΟΙ ΚΛΟΤΣΙΕΣ
(ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ  Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ)