Διαβάστε το προηγούμενο: ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΑΣ

ΟΙ ΚΛΟΤΣΙΕΣ
Περιμέναμε  ανυπόμονα το χτύπημα του κουδουνιού για το διάλειμμα.  Με τα μάτια συνεννοούμασταν, στέλνοντας σήματα και νοήματα προς όλες  τις κατευθύνσεις.
Το πολεμικό σχέδιο ήταν ήδη έτοιμο για την επόμενη  σύρραξη που θα λάμβανε χώρα αμέσως μετά την έξοδο από την αίθουσα. Πολλές φορές ακόμα και πριν σηκωθούμε από το θρνίο. Ναι! Κάποιοι είχαν την εοιμότητα να ρίχνουν κάτι μουλοχτές κλοτσιές  πριν προλάβεις να πεις κίμινο.
Κλοτσιές, λοιπόν! Κλοτσιές! Αυτό ήταν το όνομα του παιχνιδού μας.
Το πιο δημοφιλές παιχνίδι στο σχολείο μας εκείνη την εποχή. Δεκαετία του 1950! Ωραία χρόνια, ηρωικά ! Χρόνια γεμάτα  φτώχια και παλληκαριά, ανέχεια και λεβεντιά! Ναι, η ανέχεια δεν ήταν ντροπή Ντροπή ήταν ο φόβος, η δειλεία  η λιποταξία κι η έλλεψη παλληκαριάς … με όποια σημασία  κι αν την εννοεί κανείς.
Μόλις χτυπούσε το κουδούνι  σκοτωνόμασταν να βγούμε έξω τρέχοντας και παρασύροντας τα πάντα και τους πάντες στο πέρασμά μας. Σκοπός μας ήταν να πιάσουμε τις καλές θέσεις! Θέσεις κατάλληλες να αντιμετωπίσουμε τον…εχθρό! Και τέτοιες θέσεις ήταν αυτές που σου επέτρεπαν να έχεις έναν τοίχο στο αριστερό σου χέρι, για να στηρίζεσαι αλλά και για να έχεις φυλαγμένα τα νώτα, κι ελεύθερο το δεξί σου πόδι για να κλοτσάς. Αυτή  (η στάση) ήταν  κυρίως στάση άμυνας.  Η επίθεση γινόταν  αλλιώς!
Στη θέση άμυνας -για να καταλάβετε- ακουμπούσαμε το αριστερό μας χέρι σε ένα στήριγμα (κυρίως τοίχο) και σηκώναμε το δεξί πόδι όπως το σηκώνει ο σκύλος όταν θέλει να κατουρίσει πλάι σε έναν τοίχο ή κολώνα. Το πόδι έμενε εκεί μετέωρο, αλλά σε ετοιμότητα, περιμένοντας να αποκρούσει ενδεχόμενη επίθεση του αντιπάλου.
Με το μάτι μας παρακολοθούσαμε κάθε κίνηση του αντιπάλου και μόλις  βλέπαμε το πόδι του  να κατευθύνεται προς το σώμα μας τον αποκρούαμε χτυπώντας τον στο  καλάμι (κνήμη)! Το χτύπημα δινόταν πλάγια (ως προς το σώμα μας) με τη ακμή του πέλματος ή με ολόκληλο το πέλμα κι όχι με την μύτη του παπουτσιού.
Με τη μύτη του παπουτσιού ή  με το επάνω μέρος του (κουτεπιέ) χτυπούσαμε μόνο σε επίθεση και μάλιστα αν ο αντίπαλος είχε καμφθεί κι ετρέπετο σε φυγή γυρίζοντάς τα νώτα του. Έτσι ήμασταν σίγουροι πως δεν θα σπάσουμε το δικό μας καλάμι, από την άμυνα του άλλου.
Το χτύπημα με τη μύτη το λέγαμε «ζουρνά» ή καρφί ή καρφωτή κλοτσιά! Το χτύπημα με το επάνω μέρος της καμάρας του πέλματος (κουτεπιέ) το λέγαμε….»κουταλάτο», δηλαδή την κλοτσιά αυτή τη λέγαμε «κουταλάτη».
Πλάκα είχε όταν δεν βρίσκαμε τοίχο να στηριχτούμε. Τότε βάζαμε κάποιον από τους δικούς μας να μας πιάνει ή καλλίτερα εμείς να πιανόμαστε από τον ώμο του (πολλές φορές κρεμασμένοι κι από το σβέρκο του) κι έτσι προχωρούσαμε με το πόδι σηκωμένο μέχρι να βρούμε την ευκαιρία να δώσουμε το …καίριο χτύπημα. Τα μικροχτυπηματάκια ήταν κάτι σαν τα ξιφουλκήματα και τα ξιφογλειψίματα των ξιφομάχων πριν το θανατηφόρο τρύπημα.
Το ίδιο έκαναν και οι ατίπαλοι. Έτσι με το πόδι μετέωρο να πηγαινοέρχεται, πίσω μπρος, δεξιά αριστερά, πάνω κάτω,  ζυγιάζοντας με λοξή ματιά το αντίπαλο, και καραδοκώντας για την κατάλληλη στιγμή που θα πετυχαίναμε τη δυνατή κλοτσιά που θα τον εξουδετέρωνε!
Η κλοτσιά στο καλάμι προκαλούσε πόνο κι ανάγκαζε τον αντίπαλο να τσιρίζει από τον πόνο, πέφτοντας κάτω ή χοροπηδώντας στο ένα πόδι αλλά , οπωσδήποτε, εγκαταλείποντας τη μάχη.
Η κλοτσιά στο μηρό ή στα οπίσθια δεν πονούσε τόσο αλλά κλόνιζε την ισορροπία κι έριχνε κάτω τον …εχθρό!
Ό,τι κι αν συνέβαινε από τα δυο η μάχη είχε κερδιθεί. Ο αντίπαλος έπεφτε κάτω κι εμείς ορμούσαμε καταπάνω του και τον ταράζαμε στις κλοτσιές.
Κατά ένα περίεργο λόγο και χωρίς ποτέ να έχει ειπωθεί ρητά, τα χτυπήματα (κι όταν ακόμα ο αντίπαλος ήταν αδύναμος να υπερασπισθεί τον εαυτό του), ήταν μόνο κλοτσιές κι όχι μπουνιές ή σφαλιάρες ή χτυπήματα με ξύλα και πέτρες.
Ακόμα κι όταν πιανόταν αιχμάλωτος και τον τραβολογούσαμε σβαρνίζοντάς τον προς τα «εδάφη» μας, μόνο κλοτσιές του δίναμε όλοι όσοι βρισκόμασταν γύρω του εκείνη τη στιγμή.
Σε τέτοιες περιπτώσεις έπεφτε πολύ ξύλο. Για να κυριολεκτούμε πολλή κλοτσιά. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να σωθεί ο αιχμάλωτος: Να βρεθεί κάποιος τολμηρός από την ομάδα του και να ορμήσει αιφνίδια κατεπάνω μας, παρασύροντας κι ανατρέποντας τους πάντες.
Τότε , έβρισκε την ευκαιρία ο αιχμάλωτος, αν εν τω μεταξύ δεν είχε λιποθυμήσει από τις κλοτσιές, να το σκάσει με τη βοήθεια του ελευθερωτή του.
Οι μάχες δίνονταν  στους χώρους γύρω από το σχολείο. Οι αστρέχες του σχολείου ήταν ό,τι καλλίτερο στην αρχή. Επειδή όμως ήταν μικρός ο χώρος,  πολύ γρήγορα οι πολεμικές μας επιχειρήσεις εξαπλώνονταν στα υπόστεγα της εκκλησίας της Παναγίας, στο χώρο που βρίσκεται πλάι στο σχολείο ανάμεσα στην Παναγία και τον τοίχο της πλατείας του Αγινκόλα, στο δρόμο που περνάει δίπλα στην πλατεία (προς τη μεριά του Κορδίλα) και φτάνει μέχρι του Ζιούρκα και το καμπαναριό αλλά και από την άλλη μεριά στα στενά του Καρακίτσιου μέχρι και την αυλή του Τσιγάρη.
Σ’ αυτούς τους χώρους διεξάγονταν οι μάχες των διαλειμάτων.
Πολλές φορές,  μετά το σχολείο,  φεύγοντας τα απανάρια από την βορειοανατολική πλευρά, δηλαδή τη δεξιά όπως κοιτάμε προς το σχολείο, κι οι άλλοι , δηλαδή τα ακατνάρια, από το στενό του Καρακίτσιου για τον κεντρικό δρόμο, έκαναν αμφότεροι στροφή και συναντιόνταν στην πλατεία του Αγινκόλα. Εδώ υπήρχε τεράστιο πεδίο δράσης. Πολλά τα ντουβάρια για στήριξη και προφύλαξη, στενά για στρίμωγμα γύρω από το καμπαναριό, ανισοϋψή επίπεδα (πεζούλια) για φόρα κι αιφνιδιασμό αλλά και δέντρα (τότε υπήρχαν δυο έλατα, ακριβώς πάνω από το σχολείο, μια καρυδιά, στην είσοδο της πλατείας, κι ένα κυπαρίσσι, νομμίζω) για ελιγμούς και καταφύγιο σε περίπτωση καταδίωξης.
Αυτές οι συρράξεις που ξεσπούσαν μετά το σχόλασμα ήταν  πολύ άγριες κι έφταναν πολλές φορές σε εκδηλώσεις απίστευτης βαρβαρότητας. Διαρκούσαν μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Ευτυχώς που τότε δεν είχαμε ηλεκτρικό. Αλλιώς θα συνεχίζονταν ως τα μεσάνυχτα.
Για να είναι κανείς καλός παίχτης (πολεμιστής ή μαχητής, θα έλεγα εγώ) έπρεπε να έχει τόλμη, σβελτάδα, δύναμη στα πόδια και δεξιότητα στη χρήση της κλοτσιάς!
Υπήρχαν πολλοί τέτοιοι παληκαράδες κι από τις δυο πλευρές! Θα αναφέρω όσους θυμάμαι.
Από τα απανάρια φόβος και τρόμος ήταν ο Γκουντής ο Ρήγας κι οι αδελφοί Πατριώτα. Επίσης δυνατός αλλά όχι τόσο βάρβαρος ήταν ο Τιουτζιούλας.  Ο Καραμάνης (ο Ζαφείρης, νομίζω, ίσως και Βαγγέλης) ήταν πολύ μουλοχτός και ερχόταν από κει που δεν τον περίμενες. Σκληρός παίχτης ήταν κι ο Γιάννης ο Σφυρής αλλά κι άλλοι που τώρα μου διαφεύγουν ή δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για τα ονόματά τους.
Από τα ακατνάρια ήταν ο Τάκης ο Καρκαβέλης, οι αδελφοί Βούρτουρα,  ο Σουγιάνης, οι Κανδηλάρηδες Γιώργος και Γιάννης, ο Βάιος Μπάτσικας, ο Γκαλιάκης (του Μήτσιου του τσαγκάρη), ο Γρηγόρης ο Μπλέτσας, ο Βαγγέλης ο Μούμος, ο Χρήστος ο Μπελιάς του Κώστα, ο Θωμάς ο Τσαγκάλης κι άλλοι.
Ωστόσο, θυμάμαι σαν από παραμύθι, κάποιους από παλιότερες ηλικίες, που διέπρεψαν και διακρίθηκαν και σε άλλες παλληκαριές, όπως στο Χιονοπόλεμο, στον πετροπόλεμο στην κλοπή κέδρων κι άλλων παιδικών ανδραγαθιών για την εποχή εκείνη. Ήταν ένας Κρανιώτης (δεν θυμάμαι το μικρό όνομα) ένα Νίκος Γκουντάρας της Ρήνης , ο Λάκης Γκαντέμης, ο Γουργιώτης(του Γρηγόρη γιος ο μεγάλος)  κι από τα ακατνάρια ο Μήτσιος της Λίαινας (Ευσταθίου), ο Αλέξης ο Μασούρας, ο Σταύρος ο Ποτός, ο Κώστας ο Καλαγιάς, ο Γιώργος ο Μπελιάς ,  ο Βασίλης ο Βλάχος κι ο αδερφός του Μήτσιος (Σαλιάγκας) κι άλλοι.
Πέρα από όλες τις άλλες πολεμικές αρετές , ικανότητες και δεξιότητες που έπρεπε να έχει ένας καλός παίχτης-πολεμιστής, ειδικά για τις ‘Κλοτσιές» έπρεπε να έχει  προπαντός καλό και δυνατό όπλο!
Το όπλο στην περίπτωσή μας ήταν το …παπούτσι!
Τα παπούτσια τότε γίνονταν επί παραγγελία στους τσαγγάρηδες. Ήταν από χοντρό εγχώριο δέρμα με χοντρές (διπλές) σόλες με πεταλάκια και πρόκες.  Όσο πιο χοντρά και σκληρά ήταν τα παούτσια κι όσο περισσότερες πρόκες και πεταλάκια είχαν τόσο πιο  δυνατά χτυπήματα έδιναν κι εξασφάλιζαν στον κάτοχό τους  πιο μεγάλη  μαχητικότητα.
Λίγο πολύ όλοι τέτοια παπούτσια είχαμε αλλά μερικοί  τα φτειάχναν  μόνοι τους  ενισχυμένα!  Τα γέμιζαν με πρόκες και πεταλάκια.  Σε μειονεκτική θέση ήταν όσοι είχαν λαστιχένια ή πέτσινα αλλά ετοιματζήδικα. Ήταν πιο μαλακά κι οι κλοτσιές  που έδιναν ανώδυνες.
Ο Τάκης ο Καρκαβέλης, από την Αλευριά, είχε τοποθετήσει στις μύτες των παπουτσιών του καρφιά, έτσι ώστε το αιχμηρό άκρον τους, η ακίδα, να βλέπει ίσια  μπροστά.  Θεωρώ περιττό να πω πως όταν κλοτσούσε με τη μύτη… κάποιοι βέλαζαν από τον πόνο.